Греческий словарь
с грамматикой

περιδέραιο

[periˈðerio]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
ожерелье, колье
necklace, pendant worn around the neck · χρυσό περιδέραιο — золотое ожерелье

Грамматика

Ед. ч.
им.
το περιδέραιο
вин.
το περιδέραιο
род.
του περιδεραίου
зват.
περιδέραιο
Мн. ч.
им.
τα περιδέραια
вин.
τα περιδέραια
род.
των περιδεραίων
зват.
περιδέραια

Примеры

Φοράει ένα όμορφο περιδέραιο με διαμάντια.
Она носит красивое ожерелье с бриллиантами. · She is wearing a beautiful diamond necklace.
Του έδωσε ένα περιδέραιο ως δώρο.
Она подарила ему ожерелье. · She gave him a necklace as a gift.
Τα περιδέραια στη βιτρίνα είναι πολύ ακριβά.
Ожерелья в витрине очень дорогие. · The necklaces in the display case are very expensive.
Ξέχασε το περιδέραιό της στο ξενοδοχείο.
Она забыла своё ожерелье в отеле. · She forgot her necklace at the hotel.