Греческий словарь
с грамматикой

περιγράφω

[periˈɣrafo]глаголB1

Значения

1
описывать, рассказывать о чем-либо подробно
to describe, to give an account of something in detail · περιγράφω την ιστορία — я описываю историю
2
очерчивать, обводить контур
to outline, to trace the boundary or shape of something · περιγράφω ένα κύκλο — я очерчиваю круг

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περιγράφω
εσύ
περιγράφεις
αυτός
περιγράφει
εμείς
περιγράφουμε
εσείς
περιγράφετε
αυτοί
περιγράφουν
Аорист
εγώ
περιέγραψα
εσύ
περιέγραψες
αυτός
περιέγραψε
εμείς
περιγράψαμε
εσείς
περιγράψατε
αυτοί
περιέγραψαν
Будущее
εγώ
θα περιγράψω
εσύ
θα περιγράψεις
αυτός
θα περιγράψει
εμείς
θα περιγράψουμε
εσείς
θα περιγράψετε
αυτοί
θα περιγράψουν

Примеры

Ο συγγραφέας περιγράφει το τοπίο με λεπτομέρεια.
Писатель подробно описывает пейзаж. · The author describes the landscape in detail.
Περιέγραψε την εμπειρία του στο ταξίδι.
Он рассказал о своем опыте путешествия. · He recounted his experience of the journey.
Θα περιγράψω τη διαδρομή στον χάρτη.
Я обведу маршрут на карте. · I will trace the route on the map.
Περιγράφοντας τα γεγονότα, κατάλαβα τι συνέβη.
Описывая события, я понял, что произошло. · By describing the events, I understood what happened.