Греческий словарь
с грамматикой

περιβάλλω

[periˈvalo]глаголB1

Значения

1
окружать, обступать
to surround, to encircle · περιβάλλω το σπίτι με φράχτη — окружаю дом забором
2
одевать, облекать, надевать
to dress, to clothe, to put on · περιβάλλω τα παιδιά με ζεστά ρούχα — одеваю детей в теплую одежду
3
окутывать, закрывать (переносно)
to envelop, to cover, to shroud (figuratively) · η ομίχλη περιβάλλει το λιμάνι — туман окутывает гавань

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περιβάλλω
εσύ
περιβάλλεις
αυτός
περιβάλλει
εμείς
περιβάλλουμε
εσείς
περιβάλλετε
αυτοί
περιβάλλουν
Аорист
εγώ
περιέβαλα
εσύ
περιέβαλες
αυτός
περιέβαλε
εμείς
περιβάλαμε
εσείς
περιβάλατε
αυτοί
περιέβαλαν
Будущее
εγώ
θα περιβάλω
εσύ
θα περιβάλεις
αυτός
θα περιβάλει
εμείς
θα περιβάλουμε
εσείς
θα περιβάλετε
αυτοί
θα περιβάλουν

Примеры

Το παλιό κάστρο περιβάλλεται από ψηλό τείχος.
Старый замок окружён высокой стеной. · The old castle is surrounded by a high wall.
Περιέβαλα τα παιδιά με ζεστά γιάκετα πριν βγούμε.
Я одел детей в тёплые куртки перед выходом. · I dressed the children in warm jackets before we went out.
Ο πυκνός καπνός περιβάλλει ολόκληρη την πόλη.
Густой дым окутывает весь город. · The thick smoke envelops the entire city.
Θα περιβάλουμε τον κήπο με ένα όμορφο φράχτη.
Мы окружим сад красивым забором. · We will surround the garden with a beautiful fence.