περηφάνεια
[periˈfania]существительноеη · женский родB1
Значения
1
гордость, гордыня
pride, arrogance · υπερβολική περηφάνεια — чрезмерная гордыня
2
чувство собственного достоинства
self-respect, dignity · περηφάνεια για τα επιτεύγματά του — гордость за свои достижения
Грамматика
Ед. ч.
им.
η περηφάνεια
вин.
την περηφάνεια
род.
της περηφάνειας
зват.
περηφάνεια
Мн. ч.
им.
οι περηφάνειες
вин.
τις περηφάνειες
род.
των περηφανειών
зват.
περηφάνειες
Примеры
Η περηφάνεια του δεν του επιτρέπει να ζητήσει βοήθεια.
Его гордыня не позволяет ему просить помощь. · His pride prevents him from asking for help.
Μιλά με περηφάνεια για την καριέρα του.
Он с гордостью говорит о своей карьере. · He speaks with pride about his career.
Εργάζεται με περηφάνεια στο εργοστάσιό της.
Она работает с достоинством на своём заводе. · She works with dignity at her factory.