Греческий словарь
с грамматикой

περατώνω

[peraˈtono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
завершить, закончить (какую-либо работу, дело)
to finish, to complete (a task, work) · περατώνω την δουλειά — завершу работу
2
преодолеть, пройти через (препятствие, расстояние)
to get through, to overcome (an obstacle, distance) · περατώνω τη δύσκολη περίοδο — преодолею трудный период

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περατώνω
εσύ
περατώνεις
αυτός
περατώνει
εμείς
περατώνουμε
εσείς
περατώνετε
αυτοί
περατώνουν
Аорист
εγώ
περάτωσα
εσύ
περάτωσες
αυτός
περάτωσε
εμείς
περατώσαμε
εσείς
περατώσατε
αυτοί
περάτωσαν
Будущее
εγώ
θα περατώσω
εσύ
θα περατώσεις
αυτός
θα περατώσει
εμείς
θα περατώσουμε
εσείς
θα περατώσετε
αυτοί
θα περατώσουν

Примеры

Θα περατώσω το έργο μέχρι το Σάββατο.
Я закончу работу к субботе. · I will finish the work by Saturday.
Έχει περατώσει όλες τις υποχρεώσεις του.
Он выполнил все свои обязательства. · He has fulfilled all his obligations.
Περατώνει δύσκολες περιόδους της ζωής του με υπομονή.
Он преодолевает трудные периоды своей жизни с терпением. · He gets through difficult periods of his life with patience.