περίσσεια
[peˈrisja]существительноеη · женский родB2
Значения
1
избыток, излишек
surplus, excess · περίσσεια χρημάτων — избыток денег
2
изобилие, обилие
abundance, profusion · περίσσεια φρούτων — обилие фруктов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η περίσσεια
вин.
την περίσσεια
род.
της περίσσειας
зват.
περίσσεια
Мн. ч.
им.
οι περισσείες
вин.
τις περισσείες
род.
των περισσειών
зват.
περισσείες
Примеры
Η περίσσεια της παραγωγής οδήγησε σε πτώση των τιμών.
Избыток производства привел к падению цен. · The surplus of production led to a drop in prices.
Υπάρχει περίσσεια νερού στην περιοχή μετά τις βροχές.
В этом районе есть изобилие воды после дождей. · There is an abundance of water in the area after the rains.
Από την περίσσεια της καρδιάς μιλά το στόμα.
Из избытка сердца говорят уста. · Out of the abundance of the heart the mouth speaks.