περίγραμμα
[peˈriɣrama]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
контур, очертание
outline, contour · το περίγραμμα ενός κτιρίου — очертание здания
2
краткое изложение, схема
summary, sketch, rough outline · το περίγραμμα της διάλεξης — краткая схема лекции
Грамматика
Ед. ч.
им.
το περίγραμμα
вин.
το περίγραμμα
род.
του περιγράμματος
зват.
περίγραμμα
Мн. ч.
им.
τα περιγράμματα
вин.
τα περιγράμματα
род.
των περιγραμμάτων
зват.
περιγράμματα
Примеры
Το περίγραμμα του νησιού είναι πολύ ακανόνιστο.
Очертание острова очень неправильное. · The island's outline is very irregular.
Έδωσε μόνο το περίγραμμα του σχεδίου.
Он дал только краткую схему плана. · He gave only a rough outline of the plan.
Τα περιγράμματα των βουνών φαίνονταν στο ηλιοβασίλεμα.
Контуры гор были видны на закате. · The contours of the mountains were visible at sunset.