Греческий словарь
с грамматикой

πεποίθηση

[peˈpiiθisi]существительноеη · женский родC1

Значения

1
уверенность, твёрдая убеждённость
firm conviction, strong belief · πεποίθηση στις δικές του ικανότητες — убеждённость в своих способностях
2
самоуверенность, самонадеянность
overconfidence, presumption · αδικαιολόγητη πεποίθηση — необоснованная самоуверенность

Грамматика

Ед. ч.
им.
η πεποίθηση
вин.
την πεποίθηση
род.
της πεποίθησης
зват.
πεποίθηση
Мн. ч.
им.
οι πεποιθήσεις
вин.
τις πεποιθήσεις
род.
των πεποιθήσεων
зват.
πεποιθήσεις

Примеры

Η πεποίθησή του στη δικαιοσύνη ήταν αμετάτρεπτη.
Его убеждение в справедливости было непоколебимо. · His conviction in justice was unshakeable.
Η πεποίθηση ότι ήταν ο καλύτερος τον οδήγησε σε αποτυχία.
Убеждение, что он лучший всех, привело его к поражению. · The belief that he was the best led to his downfall.
Με πεποίθηση μίλησε για τα σχέδιά του.
Он уверенно говорил о своих планах. · He spoke confidently about his plans.
Οι πεποιθήσεις των ανθρώπων διαφέρουν πολύ.
Убеждения людей сильно различаются. · People's beliefs vary greatly.