πειστήριο
[piˈstiri.o]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
доказательство, свидетельство
proof, evidence, testimony · έχω πειστήρια για κάτι — иметь доказательства чего-то
2
документ, удостоверение
document, certificate, credential · πειστήριο γέννησης — свидетельство о рождении
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πειστήριο
вин.
το πειστήριο
род.
του πειστηρίου
зват.
πειστήριο
Мн. ч.
им.
τα πειστήρια
вин.
τα πειστήρια
род.
των πειστηρίων
зват.
πειστήρια
Примеры
Τα πειστήρια ήταν ξεκάθαρα ενάντια στον κατηγορούμενο.
Доказательства были явно против обвиняемого. · The evidence was clearly against the accused.
Πρέπει να φέρεις το πειστήριό σου αύριο.
Завтра ты должен принести своё удостоверение. · You must bring your credentials tomorrow.
Είχε όλα τα απαραίτητα πειστήρια για την αίτησή του.
У него было всё необходимые документы для его заявки. · He had all the necessary documents for his application.