πειραματισμός
[piramatiˈzmos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
экспериментирование, опытничество
experimentation, trying things out · πειραματισμός με νέες ιδέες — опытничество с новыми идеями
2
попытка, проба (в искусстве или музыке)
experimental attempt, trial (in art or music) · καλλιτεχνικός πειραματισμός — художественный опыт
Грамматика
Ед. ч.
им.
o πειραματισμός
вин.
τον πειραματισμό
род.
του πειραματισμού
зват.
πειραματισμέ
Мн. ч.
им.
οι πειραματισμοί
вин.
τους πειραματισμούς
род.
των πειραματισμών
зват.
πειραματισμοί
Примеры
Ο πειραματισμός είναι απαραίτητος για την καινοτομία.
Экспериментирование необходимо для инноваций. · Experimentation is essential for innovation.
Η μουσική της χαρακτηρίζεται από τολμηρό πειραματισμό.
Её музыка отличается смелым опытничеством. · Her music is characterized by bold experimentation.
Αυτοί οι πειραματισμοί στην τεχνολογία φέρνουν νέα αποτελέσματα.
Эти технологические опыты приносят новые результаты. · These technological experiments yield new results.