Греческий словарь
с грамматикой

πεινάω

[piˈnao]глаголA1

Значения

1
испытывать голод, хотеть есть
to be hungry, to feel hunger · Πεινάω πολύ. — Я очень голоден.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πεινάω
εσύ
πεινάς
αυτός
πεινάει
εμείς
πεινάμε
εσείς
πεινάτε
αυτοί
πεινάνε
Аорист
εγώ
πείνασα
εσύ
πείνασες
αυτός
πείνασε
εμείς
πεινάσαμε
εσείς
πεινάσατε
αυτοί
πείνασαν
Будущее
εγώ
θα πεινάσω
εσύ
θα πεινάσεις
αυτός
θα πεινάσει
εμείς
θα πεινάσουμε
εσείς
θα πεινάσετε
αυτοί
θα πεινάσουν

Примеры

Τα παιδιά πεινάνε και θέλουν φαγητό.
Дети голодны и хотят поесть. · The children are hungry and want food.
Πείνασα όταν ήμουν στο σχολείο.
Я проголодался в школе. · I got hungry when I was at school.
Δεν πεινάω τώρα, έχω φάει πρόσφατα.
Я сейчас не голоден, недавно ел. · I'm not hungry now; I've eaten recently.