Греческий словарь
с грамматикой

πείθω

[ˈpiθo]глаголA2

Значения

1
убеждать, склонять к убеждению
to persuade, to convince · πείθω κάποιον να κάνει κάτι — убеждаю кого-то что-то сделать
2
повиноваться, слушаться
to obey, to listen to · πείθομαι στον νόμο — подчиняюсь закону

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πείθω
εσύ
πείθεις
αυτός
πείθει
εμείς
πείθουμε
εσείς
πείθετε
αυτοί
πείθουν
Аорист
εγώ
έπεισα
εσύ
έπεισες
αυτός
έπεισε
εμείς
επείσαμε
εσείς
επείσατε
αυτοί
έπεισαν
Будущее
εγώ
θα πείσω
εσύ
θα πείσεις
αυτός
θα πείσει
εμείς
θα πείσουμε
εσείς
θα πείσετε
αυτοί
θα πείσουν

Примеры

Δεν μπορώ να τον πείσω να έρθει.
Я не могу его убедить прийти. · I cannot persuade him to come.
Την έπεισα ότι είναι σωστό.
Я убедил её, что это правильно. · I convinced her that it was right.
Πείθονται πάντα στους γονείς τους.
Они всегда слушаются своих родителей. · They always obey their parents.
Πείθε με για την απόφασή σου.
Убеди меня в своём решении. · Convince me about your decision.