Греческий словарь
с грамматикой

πατώ

[paˈto]глаголA1

Значения

1
наступать, ступать
to step, to tread · πατώ στο έδαφος — наступаю на землю
2
нажимать
to press, to push (a button, pedal) · πατώ το κουμπί — нажимаю кнопку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πατώ
εσύ
πατάς
αυτός
πατάει
εμείς
πατάμε
εσείς
πατάτε
αυτοί
πατάνε
Аорист
εγώ
πάτησα
εσύ
πάτησες
αυτός
πάτησε
εμείς
πατήσαμε
εσείς
πατήσατε
αυτοί
πάτησαν
Будущее
εγώ
θα πατήσω
εσύ
θα πατήσεις
αυτός
θα πατήσει
εμείς
θα πατήσουμε
εσείς
θα πατήσετε
αυτοί
θα πατήσουν

Примеры

Πάτησα το φρένο και σταμάτησα.
Я нажал на тормоз и остановился. · I pressed the brake and stopped.
Δεν πατάς στα λουλούδια!
Не наступай на цветы! · Don't step on the flowers!
Πατώ το γκάζι και πάω πιο γρήγορα.
Я давлю на газ и еду быстрее. · I press the accelerator and go faster.
Έπρεπε να πατήσει την πόρτα για να μπει.
Ему пришлось толкнуть дверь, чтобы войти. · He had to push the door to get in.