παταράω
[pataˈrao]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)неправильныйB2
Значения
1
болтать, трещать; издавать стучащие звуки
to chatter, rattle; to make clicking or tapping sounds · τα δόντια παταράνε — зубы стучат
2
щёлкать (язык, пальцы)
to click (one's tongue, fingers) · παταράει τα δάχτυλά του — щёлкает пальцами
Грамматика
Настоящее время
εγώ
παταράω
εσύ
παταράς
αυτός
παταράει
εμείς
παταράμε
εσείς
παταράτε
αυτοί
παταράνε
Аорист
εγώ
παταράρα
εσύ
παταράρες
αυτός
παταράρε
εμείς
παταράραμε
εσείς
παταράρατε
αυτοί
παταράραν
Будущее
εγώ
θα παταράρω
εσύ
θα παταράρεις
αυτός
θα παταράρει
εμείς
θα παταράρουμε
εσείς
θα παταράρετε
αυτοί
θα παταράρουν
Примеры
Τα δόντια της παταράνε από το κρύο.
Её зубы стучат от холода. · Her teeth are chattering from the cold.
Παταράει τα δάχτυλά του στο τραπέζι.
Он щёлкает пальцами по столу. · He clicks his fingers on the table.
Η μηχανή παταράει καθώς λειτουργεί.
Машина щёлкает, пока работает. · The machine rattles as it operates.