Греческий словарь
с грамматикой

πατάω

[paˈtao]глаголA1

Значения

1
наступать, топтать, ступать
to step, to tread, to walk on · πατάω στο έδαφος — ступаю на землю
2
подавлять, угнетать
to oppress, to suppress · πατάω τα δικαιώματα — угнетаю права

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πατάω
εσύ
πατάς
αυτός
πατάει
εμείς
πατάμε
εσείς
πατάτε
αυτοί
πατάνε
Аорист
εγώ
πάτησα
εσύ
πάτησες
αυτός
πάτησε
εμείς
πατήσαμε
εσείς
πατήσατε
αυτοί
πάτησαν
Будущее
εγώ
θα πατήσω
εσύ
θα πατήσεις
αυτός
θα πατήσει
εμείς
θα πατήσουμε
εσείς
θα πατήσετε
αυτοί
θα πατήσουν

Примеры

Πατάω προσεκτικά στο πατάρι.
Я осторожно ступаю на чердак. · I step carefully onto the attic.
Μη πατάς τα λουλούδια!
Не топчи цветы! · Don't step on the flowers!
Πάτησε το γκάζι και επιτάχυνε.
Он нажал на газ и ускорился. · He stepped on the gas and sped up.
Ο δικτάτορας πάτησε το λαό για χρόνια.
Диктатор угнетал народ годами. · The dictator oppressed the people for years.