Греческий словарь
с грамматикой

παρότρυνω

[paˈrotryno]глаголB2

Значения

1
побуждать, подстрекать, подталкивать (к действию)
to incite, urge on, instigate · παρότρυνα τον φίλο μου να δοκιμάσει — я подстрекал друга попробовать
2
провоцировать, вызывать (враждебность, конфликт)
to provoke, stir up · δεν πρέπει να παροτρύνεις το θυμό του — не стоит провоцировать его гнев

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρότρυνω
εσύ
παροτρύνεις
αυτός
παροτρύνει
εμείς
παροτρύνουμε
εσείς
παροτρύνετε
αυτοί
παροτρύνουν
Аорист
εγώ
παρότρυνα
εσύ
παροτρύνεις
αυτός
παρότρυνε
εμείς
παροτρύναμε
εσείς
παροτρύνατε
αυτοί
παρότρυναν
Будущее
εγώ
θα παρότρυνω
εσύ
θα παροτρύνεις
αυτός
θα παροτρύνει
εμείς
θα παροτρύνουμε
εσείς
θα παροτρύνετε
αυτοί
θα παροτρύνουν

Примеры

Οι φίλοι του παρότρυναν αυτόν να πάει στο πανεπιστήμιο.
Его друзья подстрекали его поступить в университет. · His friends urged him to go to university.
Δεν πρέπει να παροτρύνεις την κόρη σου σε κακές συνήθειες.
Ты не должен подталкивать свою дочь к плохим привычкам. · You shouldn't incite your daughter toward bad habits.
Τα σχόλιά του με παρότρυναν να του απαντήσω ευθέως.
Его замечания спровоцировали меня ответить напрямую. · His remarks provoked me to answer him directly.
Παρότρυνε τους συναδέλφους του να κάνουν απεργία.
Он подстрекал коллег устроить забастовку. · He incited his colleagues to strike.