Греческий словарь
с грамматикой

παρουσιάζω

[paruˈsiazo]глаголA2

Значения

1
представлять, демонстрировать
to present, to show, to demonstrate · παρουσιάζω ένα έργο — представляю работу
2
появляться, возникать
to appear, to arise, to emerge · παρουσιάζονται προβλήματα — появляются проблемы
3
представлять (кого-л.), познакомить
to introduce (someone) · παρουσιάζω τον φίλο μου — представляю моего друга

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρουσιάζω
εσύ
παρουσιάζεις
αυτός
παρουσιάζει
εμείς
παρουσιάζουμε
εσείς
παρουσιάζετε
αυτοί
παρουσιάζουν
Аорист
εγώ
παρουσίασα
εσύ
παρουσίασες
αυτός
παρουσίασε
εμείς
παρουσιάσαμε
εσείς
παρουσιάσατε
αυτοί
παρουσίασαν
Будущее
εγώ
θα παρουσιάσω
εσύ
θα παρουσιάσεις
αυτός
θα παρουσιάσει
εμείς
θα παρουσιάσουμε
εσείς
θα παρουσιάσετε
αυτοί
θα παρουσιάσουν

Примеры

Ο δάσκαλος παρουσιάζει τις νέες έννοιες στην τάξη.
Учитель объясняет новые понятия на уроке. · The teacher presents new concepts in class.
Χθες παρουσίασα το πρόγραμμα στο συναίδριο.
Вчера я представил программу на конференции. · Yesterday I presented the program at the conference.
Παρουσιάζονται σημαντικές δυσκολίες στη διαδικασία.
Возникают серьёзные трудности в процессе. · Significant difficulties are emerging in the process.
Παρουσιάστε τον νέο συνάδελφο στην ομάδα.
Познакомьте нового коллегу с командой. · Introduce the new colleague to the team.