Греческий словарь
с грамматикой

παρκάρω

[parˈkaro]глаголA2

Значения

1
припаркивать, парковать (автомобиль)
to park (a car) · παρκάρω το αυτοκίνητο — припаркивать автомобиль

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρκάρω
εσύ
παρκάρεις
αυτός
παρκάρει
εμείς
παρκάρουμε
εσείς
παρκάρετε
αυτοί
παρκάρουν
Аорист
εγώ
παρκάρα
εσύ
παρκάρες
αυτός
παρκάρε
εμείς
παρκάραμε
εσείς
παρκάρατε
αυτοί
παρκάραν
Будущее
εγώ
θα παρκάρω
εσύ
θα παρκάρεις
αυτός
θα παρκάρει
εμείς
θα παρκάρουμε
εσείς
θα παρκάρετε
αυτοί
θα παρκάρουν

Примеры

Παρκάρω το αυτοκίνητό μου εκεί κάθε μέρα.
Я припаркиваю свою машину там каждый день. · I park my car there every day.
Χθες παρκάρα δίπλα στο σούπερ μάρκετ.
Вчера я припарковал машину рядом с супермаркетом. · Yesterday I parked next to the supermarket.
Δεν μπορώ να παρκάρω εδώ, είναι απαγορευμένο.
Я не могу припарковаться здесь, это запрещено. · I can't park here, it's forbidden.
Θα παρκάρεις το αυτοκίνητο στο γκαράζ;
Ты припаркуешь машину в гараже? · Will you park the car in the garage?