Греческий словарь
с грамматикой

παριστάνω

[pariˈstano]глаголB1

Значения

1
представлять, изображать
to represent, to depict, to portray · παριστάνει έναν ήρωα — изображает героя
2
предоставлять, предъявлять
to present, to produce, to submit · παρουσίασε τα έγγραφα — предъявил документы
3
казаться, выглядеть
to seem, to appear, to look · παριστάνει αθώος — выглядит невинным

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παριστάνω
εσύ
παριστάνεις
αυτός
παριστάνει
εμείς
παριστάνουμε
εσείς
παριστάνετε
αυτοί
παριστάνουν
Аорист
εγώ
παρουσίασα
εσύ
παρουσίασες
αυτός
παρουσίασε
εμείς
παρουσιάσαμε
εσείς
παρουσιάσατε
αυτοί
παρουσίασαν
Будущее
εγώ
θα παριστάνω
εσύ
θα παριστάνεις
αυτός
θα παριστάνει
εμείς
θα παριστάνουμε
εσείς
θα παριστάνετε
αυτοί
θα παριστάνουν

Примеры

Ο ηθοποιός παριστάνει έναν μυστηριώδη χαρακτήρα.
Актер изображает таинственного персонажа. · The actor portrays a mysterious character.
Χρειάζεται να παρουσιάσεις την ταυτότητά σου.
Тебе нужно предъявить удостоверение личности. · You need to present your ID.
Παρουσίασε έναν αθώο άνθρωπο μπροστά στους δικαστές.
Он выглядел невинным перед судьями. · He appeared innocent in front of the judges.
Τα παρουσιάσματα δεν πρέπει να περνούν αλώς.
Представления не должны проходить безнаказанно. · Such pretenses should not go unpunished.