Греческий словарь
с грамматикой

παρηγορώ

[pariɣoˈro]глаголB2

Значения

1
утешать, успокаивать
to console, to comfort · παρηγορώ κάποιον που πονά — утешаю кого-то, кто страдает
2
облегчать (боль, горе)
to alleviate, to soothe (pain, grief) · παρηγορώ τον πόνο — облегчаю боль

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρηγορώ
εσύ
παρηγορείς
αυτός
παρηγορεί
εμείς
παρηγορούμε
εσείς
παρηγορείτε
αυτοί
παρηγορούν
Аорист
εγώ
παρηγόρησα
εσύ
παρηγόρησες
αυτός
παρηγόρησε
εμείς
παρηγορήσαμε
εσείς
παρηγορήσατε
αυτοί
παρηγόρησαν
Будущее
εγώ
θα παρηγορώ
εσύ
θα παρηγορείς
αυτός
θα παρηγορεί
εμείς
θα παρηγορούμε
εσείς
θα παρηγορείτε
αυτοί
θα παρηγορούν

Примеры

Η μητέρα παρηγορούσε το παιδί που έκλαιγε.
Мать утешала плачущего ребёнка. · The mother consoled the crying child.
Οι φίλοι του παρηγόρησαν τον μετά το δυστύχημα.
Его друзья утешили его после несчастья. · His friends comforted him after the accident.
Ένα καλό βιβλίο με παρηγορεί όταν είμαι λυπημένη.
Хорошая книга утешает меня, когда я грустная. · A good book comforts me when I'm sad.