Греческий словарь
с грамматикой

παρηγορητικός

[pariɣoritiˈkos]прилагательноеC1

Значения

1
утешительный, успокаивающий
consoling, comforting · παρηγορητικά λόγια — утешительные слова
2
смягчающий (обстоятельства)
mitigating (circumstances) · παρηγορητικά περιστατικά — смягчающие обстоятельства

Грамматика

мужской род
им.
παρηγορητικός
вин.
παρηγορητικό
род.
παρηγορητικού
зват.
παρηγορητικέ
женский род
им.
παρηγορητική
вин.
παρηγορητική
род.
παρηγορητικής
зват.
παρηγορητική
средний род
им.
παρηγορητικό
вин.
παρηγορητικό
род.
παρηγορητικού
зват.
παρηγορητικό

Примеры

Τα παρηγορητικά του λόγια με βοήθησαν πολύ.
Его утешительные слова мне очень помогли. · His consoling words helped me a lot.
Ο δικαστής λαμβάνει υπόψη παρηγορητικά περιστατικά.
Судья учитывает смягчающие обстоятельства. · The judge takes mitigating circumstances into account.
Αυτή η παρηγορητική άποψη δεν αλλάζει τα γεγονότα.
Это успокаивающее мнение не меняет факты. · This comforting view does not change the facts.