Греческий словарь
с грамматикой

παρεξηγάω

[pareˈksiɣao]глаголB2

Значения

1
неправильно истолковывать, неверно понимать
to misinterpret, to misunderstand · παρεξήγησε τα λόγια μου — неправильно истолковал мои слова
2
искажать смысл, дать неправильное объяснение
to distort the meaning, to give a false explanation · παρεξήγησε την απόφασή του — исказил смысл его решения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρεξηγώ
εσύ
παρεξηγάς
αυτός
παρεξηγά
εμείς
παρεξηγάμε
εσείς
παρεξηγάτε
αυτοί
παρεξηγάνε
Аорист
εγώ
παρεξήγησα
εσύ
παρεξήγησες
αυτός
παρεξήγησε
εμείς
παρεξηγήσαμε
εσείς
παρεξηγήσατε
αυτοί
παρεξήγησαν
Будущее
εγώ
θα παρεξηγήσω
εσύ
θα παρεξηγήσεις
αυτός
θα παρεξηγήσει
εμείς
θα παρεξηγήσουμε
εσείς
θα παρεξηγήσετε
αυτοί
θα παρεξηγήσουν

Примеры

Δεν παρεξήγησες τη δήλωσή του, έτσι;
Ты же неправильно не истолковал его заявление? · You didn't misinterpret his statement, did you?
Πολλοί παρεξηγάνε τα όσα είπε στη συνέντευξη.
Многие неправильно истолковывают то, что он сказал в интервью. · Many people misinterpret what he said in the interview.
Θα παρεξηγήσουν τις προθέσεις μας αν δεν εξηγήσουμε καλά.
Они исказят смысл наших намерений, если мы не объясним хорошо. · They will distort our intentions if we don't explain clearly.
Παρεξήγησε εντελώς αυτό που του είπα.
Он совершенно неправильно понял то, что я ему сказал. · He completely misunderstood what I told him.