Греческий словарь
с грамматикой

παρενοχλώ

[parenoˈxlo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
беспокоить, надоедать, докучать
to bother, to pester, to harass · με παρενοχλεί — он мне надоедает
2
причинять неудобство, затруднять
to inconvenience, to trouble · δεν θέλω να σας παρενοχλήσω — не хочу вам доставлять хлопот

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρενοχλώ
εσύ
παρενοχλείς
αυτός
παρενοχλεί
εμείς
παρενοχλούμε
εσείς
παρενοχλείτε
αυτοί
παρενοχλούν
Аорист
εγώ
παρενόχλησα
εσύ
παρενόχλησες
αυτός
παρενόχλησε
εμείς
παρενοχλήσαμε
εσείς
παρενοχλήσατε
αυτοί
παρενόχλησαν
Будущее
εγώ
θα παρενοχλήσω
εσύ
θα παρενοχλήσεις
αυτός
θα παρενοχλήσει
εμείς
θα παρενοχλήσουμε
εσείς
θα παρενοχλήσετε
αυτοί
θα παρενοχλήσουν

Примеры

Συγγνώμη που σας παρενοχλώ το απόγευμα.
Прошу прощения, что беспокою вас вечером. · I'm sorry to bother you in the afternoon.
Οι γείτονες με παρενοχλούν κάθε νύχτα.
Соседи надоедают мне каждую ночь. · The neighbours pester me every night.
Δεν θέλω να σας παρενοχλήσω με τα προβλήματά μου.
Не хочу вам причинять неудобство своими проблемами. · I don't want to trouble you with my problems.
Την παρενόχλησαν με ερωτήματα όλη την ημέρα.
Её донимали вопросами весь день. · They pestered her with questions all day long.