Греческий словарь
с грамматикой

παρεμβαίνω

[paremˈvɛno]глаголB2

Значения

1
вмешиваться, вмешиваться в дела
to intervene, to interfere · παρεμβαίνω στη συζήτηση — вмешиваюсь в разговор
2
вставлять, вставлять между чем-либо
to insert, to place between · παρεμβαίνω ένα σχόλιο — вставляю замечание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρεμβαίνω
εσύ
παρεμβαίνεις
αυτός
παρεμβαίνει
εμείς
παρεμβαίνουμε
εσείς
παρεμβαίνετε
αυτοί
παρεμβαίνουν
Аорист
εγώ
παρενέβην
εσύ
παρενέβης
αυτός
παρενέβη
εμείς
παρενέβημε
εσείς
παρενέβητε
αυτοί
παρενέβησαν
Будущее
εγώ
θα παρεμβώ
εσύ
θα παρεμβείς
αυτός
θα παρεμβεί
εμείς
θα παρεμβούμε
εσείς
θα παρεμβείτε
αυτοί
θα παρεμβούν

Примеры

Δεν θα παρεμβώ στις απόψεις σας.
Я не буду вмешиваться в ваши взгляды. · I will not interfere with your opinions.
Ο δικηγόρος παρενέβη στη δίκη με σημαντικές αποδείξεις.
Адвокат вмешался в суд с важными доказательствами. · The lawyer intervened in the trial with important evidence.
Παρεμβαίνουν συχνά στη συζήτηση χωρίς να ζητούν άδεια.
Они часто вмешиваются в разговор без разрешения. · They often interrupt the conversation without asking.
Ο παρουσιαστής παρενέβη με μια σημαντική ερώτηση.
Ведущий вставил важный вопрос. · The host interjected with an important question.