Греческий словарь
с грамматикой

παραχωρώ

[paraxoˈro]глаголB1

Значения

1
уступать, отступать (в споре, конфликте)
to give way, to concede, to back down · παραχωρώ στη δική του άποψη — уступаю его мнению
2
передавать, предоставлять (землю, права, место)
to grant, to cede, to yield up · παραχώρησε τα δικαιώματα του — передал свои права
3
освобождать, уходить (с места, должности)
to vacate, to leave · παραχώρησε την έδρα του — освободил своё место

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραχωρώ
εσύ
παραχωρείς
αυτός
παραχωρεί
εμείς
παραχωρούμε
εσείς
παραχωρείτε
αυτοί
παραχωρούν
Аорист
εγώ
παραχώρησα
εσύ
παραχώρησες
αυτός
παραχώρησε
εμείς
παραχωρήσαμε
εσείς
παραχωρήσατε
αυτοί
παραχώρησαν
Будущее
εγώ
θα παραχωρήσω
εσύ
θα παραχωρήσεις
αυτός
θα παραχωρήσει
εμείς
θα παραχωρήσουμε
εσείς
θα παραχωρήσετε
αυτοί
θα παραχωρήσουν

Примеры

Δεν θέλω να παραχωρήσω στις απαιτήσεις τους.
Я не хочу уступать их требованиям. · I don't want to give in to their demands.
Ο κύριος Παπαδόπουλος παραχώρησε το κατάστημα στον γιο του.
Господин Пападопулос передал магазин своему сыну. · Mr Papadopoulos ceded the shop to his son.
Παραχωρήστε το δρόμο στα ασθενοφόρα.
Уступите дорогу машинам скорой помощи. · Make way for the ambulances.
Ο πρόεδρος παραχωρούσε πάντα στις προτάσεις του υπουργού.
Президент всегда уступал предложениям министра. · The president always yielded to the minister's suggestions.