Греческий словарь
с грамматикой

παραφρονώ

[parafroˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
сходить с ума, терять рассудок
to lose one's mind, to go mad · παραφρονώ από το άγχος — терять рассудок от стресса
2
бредить, говорить вздор, говорить бессмыслицу
to rave, to talk nonsense · παραφρονεί όταν πίνει — бредит когда пьёт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραφρονώ
εσύ
παραφρονείς
αυτός
παραφρονεί
εμείς
παραφρονούμε
εσείς
παραφρονείτε
αυτοί
παραφρονούν
Аорист
εγώ
παραφρόνησα
εσύ
παραφρόνησες
αυτός
παραφρόνησε
εμείς
παραφρονήσαμε
εσείς
παραφρονήσατε
αυτοί
παραφρόνησαν
Будущее
εγώ
θα παραφρονήσω
εσύ
θα παραφρονήσεις
αυτός
θα παραφρονήσει
εμείς
θα παραφρονήσουμε
εσείς
θα παραφρονήσετε
αυτοί
θα παραφρονήσουν

Примеры

Ο άνδρας παραφρονούσε με το πυρετό του.
Мужчина бредил в горячке. · The man was raving with fever.
Θα παραφρονήσει αν χάσει το παιχνίδι.
Он сойдёт с ума, если проиграет матч. · He'll go mad if he loses the game.
Παραφρόνησε και άρχισε να φωνάζει.
Он потерял рассудок и начал кричать. · He lost his mind and started shouting.