Греческий словарь
с грамматикой

παρατώ

[paraˈto]глаголB1

Значения

1
оставлять, покидать (место, человека)
to leave, to abandon (a place, a person) · παρατώ το σπίτι — оставляю дом
2
забрасывать, прекращать (дело, занятие)
to give up, to abandon (a task, activity) · παρατώ το σχολείο — бросаю школу
3
оставлять без внимания, игнорировать
to disregard, to overlook · παρατώ την προειδοποίηση — игнорирую предупреждение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρατώ
εσύ
παρατάς
αυτός
παρατά
εμείς
παρατάμε
εσείς
παρατάτε
αυτοί
παρατάν(ε)
Аорист
εγώ
παράτησα
εσύ
παράτησες
αυτός
παράτησε
εμείς
παρατήσαμε
εσείς
παρατήσατε
αυτοί
παράτησαν
Будущее
εγώ
θα παρατήσω
εσύ
θα παρατήσεις
αυτός
θα παρατήσει
εμείς
θα παρατήσουμε
εσείς
θα παρατήσετε
αυτοί
θα παρατήσουν

Примеры

Παράτησε το σπίτι χωρίς να πει κανένα.
Он покинул дом, никому ничего не сказав. · He left the house without telling anyone.
Δεν μπορώ να παρατήσω την οικογένειά μου.
Я не могу бросить свою семью. · I cannot abandon my family.
Παρατά τα σχολεία και δουλεύει τώρα.
Он бросил школу и теперь работает. · He gave up school and is working now.
Παρατάμε τις παλιές συνήθειες όταν μεγαλώνουμε.
Мы оставляем старые привычки, когда взрослеем. · We leave behind old habits as we grow up.