Греческий словарь
с грамматикой

παρατραβώ

[paratravˈo]глаголB2

Значения

1
тянуть в сторону, отводить
pull aside, draw to the side · παρατραβώ τον φίλο μου — отвожу друга в сторону
2
затягивать, оттягивать (время, дело)
delay, drag out, protract · παρατραβάει τη διαπραγμάτευση — затягивает переговоры
3
уводить, отвлекать (от главного)
distract, divert (from the main point) · παρατραβάει το θέμα — уходит от темы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρατραβώ
εσύ
παρατραβάς
αυτός
παρατραβάει
εμείς
παρατραβάμε
εσείς
παρατραβάτε
αυτοί
παρατραβάνε
Аорист
εγώ
παρέτραβα
εσύ
παρέτραβες
αυτός
παρέτραβε
εμείς
παρατράβαμε
εσείς
παρατράβατε
αυτοί
παρέτραβαν
Будущее
εγώ
θα παρατραβήσω
εσύ
θα παρατραβήσεις
αυτός
θα παρατραβήσει
εμείς
θα παρατραβήσουμε
εσείς
θα παρατραβήσετε
αυτοί
θα παρατραβήσουν

Примеры

Με παρέτραβε στο πλάι για να μιλήσουμε.
Он отвел меня в сторону, чтобы поговорить. · He pulled me aside to talk.
Μην παρατραβάς το θέμα, πες μου την αλήθεια.
Не уходи от темы, скажи мне правду. · Don't dodge the subject, tell me the truth.
Πάντα παρατραβάει τις διαδικασίες για να κερδίσει χρόνο.
Он всегда затягивает процедуры, чтобы выиграть время. · He always drags out procedures to buy time.
Θα παρατραβήσουν τις διαπραγματεύσεις αν δεν πιέσουμε.
Они будут затягивать переговоры, если мы не надавим. · They will protract the talks if we don't apply pressure.