Греческий словарь
с грамматикой

παρατηρώ

[paratɪˈro]глаголB1

Значения

1
наблюдать, смотреть внимательно
to observe, to watch carefully · παρατηρώ τα πουλιά — наблюдаю за птицами
2
заметить, обнаружить
to notice, to detect · παρατήρησα ένα λάθος — заметил ошибку
3
соблюдать (правило, закон)
to comply with, to observe (a rule, law) · παρατηρώ τους κανόνες — соблюдаю правила

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρατηρώ
εσύ
παρατηρείς
αυτός
παρατηρεί
εμείς
παρατηρούμε
εσείς
παρατηρείτε
αυτοί
παρατηρούν
Аорист
εγώ
παρατήρησα
εσύ
παρατήρησες
αυτός
παρατήρησε
εμείς
παρατηρήσαμε
εσείς
παρατηρήσατε
αυτοί
παρατήρησαν
Будущее
εγώ
θα παρατηρώ
εσύ
θα παρατηρείς
αυτός
θα παρατηρεί
εμείς
θα παρατηρούμε
εσείς
θα παρατηρείτε
αυτοί
θα παρατηρούν

Примеры

Παρατηρώ προσεκτικά τη συμπεριφορά του σκύλου.
Я внимательно наблюдаю за поведением собаки. · I watch the dog's behavior carefully.
Παρατήρησες ότι έχει αλλάξει κάτι;
Заметил, что что-то изменилось? · Did you notice that something changed?
Πρέπει να παρατηρούμε τους νόμους της χώρας.
Мы должны соблюдать законы страны. · We must comply with the country's laws.
Οι επιστήμονες παρατηρούσαν τα άστρα όλη τη νύχτα.
Учёные наблюдали за звёздами всю ночь. · The scientists observed the stars all night.