Греческий словарь
с грамматикой

παρατηρητής

[paratiriˈtis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
наблюдатель
observer · ένας που παρατηρεί τα πράγματα — тот, кто наблюдает за вещами
2
надзиратель, инспектор
monitor, inspector · παρατηρητής εκλογών — наблюдатель выборов

Грамматика

Ед. ч.
им.
o παρατηρητής
вин.
τον παρατηρητή
род.
του παρατηρητή
зват.
παρατηρητή
Мн. ч.
им.
οι παρατηρητές
вин.
τους παρατηρητές
род.
των παρατηρητών
зват.
παρατηρητές

Примеры

Ο παρατηρητής σημείωσε κάτι ενδιαφέρον στον ουρανό.
Наблюдатель заметил что-то интересное на небе. · The observer noticed something interesting in the sky.
Οι παρατηρητές των εκλογών ήταν παρόντες σε όλα τα εκλογικά κέντρα.
Наблюдатели выборов присутствовали во всех избирательных центрах. · The election observers were present at all polling stations.
Ως παρατηρητή, πρέπει να παραμείνεις αμερόληπτος.
Как наблюдатель, ты должен оставаться беспристрастным. · As an observer, you must remain impartial.