παρατηρητήριο
[paratiriˈtirio]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
обсерватория
observatory · αστρονομικό παρατηρητήριο — астрономическая обсерватория
2
смотровая площадка, точка наблюдения
observation point, viewing platform · παρατηρητήριο με θέα — смотровая площадка с видом
Грамматика
Ед. ч.
им.
το παρατηρητήριο
вин.
το παρατηρητήριο
род.
του παρατηρητηρίου
зват.
παρατηρητήριο
Мн. ч.
им.
τα παρατηρητήρια
вин.
τα παρατηρητήρια
род.
των παρατηρητηρίων
зват.
παρατηρητήρια
Примеры
Το παρατηρητήριο του βουνού προσφέρει εκπληκτη θέα.
Смотровая площадка на горе предлагает потрясающий вид. · The mountain observation point offers a stunning view.
Επισκεφθήκαμε το αστρονομικό παρατηρητήριο την περασμένη εβδομάδα.
На прошлой неделе мы посетили астрономическую обсерваторию. · We visited the astronomical observatory last week.
Τα παρατηρητήρια στη χώρα παρακολουθούν τις κλιματικές αλλαγές.
Обсерватории в стране отслеживают климатические изменения. · The observatories in the country monitor climate changes.