Греческий словарь
с грамматикой

παρατάω

[parətˈao]глаголB1

Значения

1
нарушать, преступать (закон, правило)
to violate, to break (a law, rule) · παρατάω τον νόμο — нарушать закон
2
игнорировать, пренебрегать (советом, указанием)
to disregard, to ignore (advice, instruction) · παρατάω τις συμβουλές — игнорировать советы
3
переступать, переходить (границу, предел)
to overstep, to cross (a boundary, limit) · παρατάω τα όρια — переступать границы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρατάω
εσύ
παρατάς
αυτός
παρατάει
εμείς
παρατάμε
εσείς
παρατάτε
αυτοί
παρατάνε
Аорист
εγώ
παρέταξα
εσύ
παρέταξες
αυτός
παρέταξε
εμείς
παρατάξαμε
εσείς
παρατάξατε
αυτοί
παρέταξαν
Будущее
εγώ
θα παρατάξω
εσύ
θα παρατάξεις
αυτός
θα παρατάξει
εμείς
θα παρατάξουμε
εσείς
θα παρατάξετε
αυτοί
θα παρατάξουν

Примеры

Δεν μπορούμε να παρατάξουμε τους κανόνες.
Мы не можем нарушать правила. · We cannot break the rules.
Παρέταξε τη συμφωνία και έφυγε.
Он нарушил соглашение и уехал. · He violated the agreement and left.
Αν παρατάξεις τα όρια μου, θα το μετανιώσεις.
Если ты переступишь мои границы, ты это пожалеешь. · If you overstep my boundaries, you will regret it.