Греческий словарь
с грамматикой

παρατάσσω

[paraˈtaso]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
выстраивать в боевой порядок, расставлять войска
to draw up (troops) in battle formation, to array · παρατάσσω τα στρατεύματα — выстраиваю войска
2
противопоставлять, выставлять в противовес
to set against, to oppose, to contrast · παρατάσσω επιχειρήματα — противопоставляю аргументы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρατάσσω
εσύ
παρατάσσεις
αυτός
παρατάσσει
εμείς
παρατάσσουμε
εσείς
παρατάσσετε
αυτοί
παρατάσσουν
Аорист
εγώ
παρέταξα
εσύ
παρέταξες
αυτός
παρέταξε
εμείς
παρατάξαμε
εσείς
παρατάξατε
αυτοί
παρέταξαν
Будущее
εγώ
θα παρατάξω
εσύ
θα παρατάξεις
αυτός
θα παρατάξει
εμείς
θα παρατάξουμε
εσείς
θα παρατάξετε
αυτοί
θα παρατάξουν

Примеры

Ο στρατηγός παρέταξε τα στρατεύματά του για την μάχη.
Полководец выстроил свои войска к бою. · The general drew up his forces for battle.
Παρατάσσουν διαφορετικές απόψεις στη συζήτηση.
Они противопоставляют друг другу разные точки зрения в дискуссии. · They contrast different viewpoints in the discussion.
Θα παρατάξουν τις δυνάμεις τους σε φάλαγγα.
Они выстроят свои силы в фалангу. · They will array their forces in a phalanx.