Греческий словарь
с грамматикой

παρασκευάζω

[paraskeˈvazo]глаголB1

Значения

1
готовить, приготавливать (пищу)
prepare, cook (food) · παρασκευάζω το φαγητό — готовлю еду
2
подготавливать, организовывать (событие, план)
prepare, organize (event, plan) · παρασκευάζω μια εκδήλωση — организую мероприятие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρασκευάζω
εσύ
παρασκευάζεις
αυτός
παρασκευάζει
εμείς
παρασκευάζουμε
εσείς
παρασκευάζετε
αυτοί
παρασκευάζουν
Аорист
εγώ
παρασκεύασα
εσύ
παρασκεύασες
αυτός
παρασκεύασε
εμείς
παρασκευάσαμε
εσείς
παρασκευάσατε
αυτοί
παρασκεύασαν
Будущее
εγώ
θα παρασκευάσω
εσύ
θα παρασκευάσεις
αυτός
θα παρασκευάσει
εμείς
θα παρασκευάσουμε
εσείς
θα παρασκευάσετε
αυτοί
θα παρασκευάσουν

Примеры

Η μάνα παρασκευάζει το δείπνο για την οικογένεια.
Мать готовит ужин для семьи. · The mother prepares dinner for the family.
Παρασκευάσαμε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη συνάντηση.
Мы подготовили все необходимые документы для встречи. · We prepared all the necessary documents for the meeting.
Θα παρασκευάσουν ένα εκπληκτικό πάρτι για τα γενέθλια του Γιάννη.
Они организуют потрясающую вечеринку на день рождения Яниса. · They will organize an amazing party for Yanis's birthday.
Παρασκευάζοντας το φαγητό, άκουγα μουσική.
Готовя еду, я слушал музыку. · While preparing the food, I listened to music.