Греческий словарь
с грамматикой

παραπονιέμαι

[parapoˈɲome]глаголA2

Значения

1
жаловаться, сетовать (на что-то или кому-то)
to complain, to grumble (about something or to someone) · παραπονιέμαι για τον καιρό — жаловаться на погоду
2
выражать недовольство
to express dissatisfaction · παραπονιέμαι στον δάσκαλο — сетовать учителю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραπονιέμαι
εσύ
παραπονιέσαι
αυτός
παραπονιέται
εμείς
παραπονιόμαστε
εσείς
παραπονιέστε
αυτοί
παραπονιούνται
Аорист
εγώ
παραπονέθηκα
εσύ
παραπονέθηκες
αυτός
παραπονέθηκε
εμείς
παραπονεθήκαμε
εσείς
παραπονεθήκατε
αυτοί
παραπονέθηκαν
Будущее
εγώ
θα παραπονεθώ
εσύ
θα παραπονεθείς
αυτός
θα παραπονεθεί
εμείς
θα παραπονεθούμε
εσείς
θα παραπονεθείτε
αυτοί
θα παραπονεθούν

Примеры

Ο πατέρας παραπονιέται συνέχεια για τη δουλειά.
Отец постоянно жалуется на работу. · Dad is always complaining about his job.
Παραπονέθηκε στη μητέρα της για τα άλλα παιδιά.
Она пожаловалась маме на других детей. · She complained to her mother about the other children.
Δεν πρέπει να παραπονιέστε για κάθε πράγμα.
Не следует жаловаться на всё подряд. · You shouldn't complain about everything.
Θα παραπονεθώ αν δεν λυθεί το πρόβλημα.
Я буду жаловаться, если проблема не решится. · I'll complain if the problem isn't resolved.