Греческий словарь
с грамматикой

παραπαίω

[parapéo]глаголC1

Значения

1
бредить, говорить в бреду; впадать в дикторию
to rave, talk deliriously; to be in a state of delirium · από τον πυρετό παραπαίει — от лихорадки он бредит
2
заблуждаться, ошибаться (переносно)
to be mistaken, to err (figuratively) · παραπαίει στην κρίση του — его суждение ошибочно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραπαίω
εσύ
παραπαίεις
αυτός
παραπαίει
εμείς
παραπαίουμε
εσείς
παραπαίετε
αυτοί
παραπαίουν
Аорист
εγώ
παραπάησα
εσύ
παραπάησες
αυτός
παραπάησε
εμείς
παραπάησαμε
εσείς
παραπάησατε
αυτοί
παραπάησαν
Будущее
εγώ
θα παραπαίω
εσύ
θα παραπαίεις
αυτός
θα παραπαίει
εμείς
θα παραπαίουμε
εσείς
θα παραπαίετε
αυτοί
θα παραπαίουν

Примеры

Ο ασθενής παραπαίει από τον υψηλό πυρετό.
Больной бредит от высокой температуры. · The patient is raving because of the high fever.
Μην ακούς, παραπαίει με τις φιλοσοφικές του θεωρίες.
Не слушай его, он несёт чушь со своими философскими теориями. · Don't listen to him, he's spouting nonsense with his philosophical theories.
Στην αρχαία ελληνική ο όρος χρησιμοποιούνταν για όσους παραπαίουν λόγιστικά.
В древнегреческом термин использовался для обозначения тех, кто впадал в умственное заблуждение. · In ancient Greek the term was used for those who fell into intellectual error.