Греческий словарь
с грамматикой

παραπέμπω

[paraˈpempo]глаголB2

Значения

1
отправлять дальше, перенаправлять (документ, пациента и т.п.)
to refer, to direct elsewhere, to pass on · παραπέμπω τον ασθενή στον καρδιολόγο — отправляю пациента к кардиологу
2
ссылаться на, отсылать читателя к (в тексте)
to refer to, to make reference to · παραπέμπω στη σελίδα 15 — отсылаю к странице 15

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραπέμπω
εσύ
παραπέμπεις
αυτός
παραπέμπει
εμείς
παραπέμπουμε
εσείς
παραπέμπετε
αυτοί
παραπέμπουν
Аорист
εγώ
παραπέμψα
εσύ
παραπέμψες
αυτός
παραπέμψε
εμείς
παραπέμψαμε
εσείς
παραπέμψατε
αυτοί
παραπέμψαν
Будущее
εγώ
θα παραπέμψω
εσύ
θα παραπέμψεις
αυτός
θα παραπέμψει
εμείς
θα παραπέμψουμε
εσείς
θα παραπέμψετε
αυτοί
θα παραπέμψουν

Примеры

Ο γιατρός παραπέμπει τον ασθενή στο νοσοκομείο.
Врач отправляет пациента в больницу. · The doctor refers the patient to the hospital.
Το έγγραφο παραπέμφθηκε προς έγκριση.
Документ был отправлен на утверждение. · The document was referred for approval.
Παραπέμπω στο άρθρο που δημοσιεύτηκε πέρυσι.
Я ссылаюсь на статью, опубликованную в прошлом году. · I refer to the article published last year.