Греческий словарь
с грамматикой

παρανοώ

[paranoˈo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
неправильно понимать, превратно толковать
to misunderstand, to interpret wrongly · παρανοώ τα λόγια του — неправильно понимаю его слова
2
быть в замешательстве, сбиться с толку
to be confused, to be bewildered · παρανοήθηκε από την απάντηση — запутался в ответе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρανοώ
εσύ
παρανοείς
αυτός
παρανοεί
εμείς
παρανοούμε
εσείς
παρανοείτε
αυτοί
παρανοούν
Аорист
εγώ
παρανόησα
εσύ
παρανόησες
αυτός
παρανόησε
εμείς
παρανοήσαμε
εσείς
παρανοήσατε
αυτοί
παρανόησαν
Будущее
εγώ
θα παρανοήσω
εσύ
θα παρανοήσεις
αυτός
θα παρανοήσει
εμείς
θα παρανοήσουμε
εσείς
θα παρανοήσετε
αυτοί
θα παρανοήσουν

Примеры

Παρανόησες τις οδηγίες μου.
Ты неправильно понял мои инструкции. · You misunderstood my instructions.
Μην παρανοείς το νόημα του κειμένου.
Не неправильно толкуй смысл текста. · Don't misinterpret the meaning of the text.
Παρανοήθηκε στο ξαφνικό σκοτάδι.
Он потерялся в неожиданной темноте. · He was confused by the sudden darkness.