Греческий словарь
с грамматикой

παραμένω

[paraˈmeno]глаголB1

Значения

1
оставаться (в одном месте или состоянии); пребывать
to stay, remain (in a place or state); to persist · παραμένω στο σπίτι — остаюсь дома
2
длиться, продолжаться (о ситуации, явлении)
to continue, last (of a situation or phenomenon) · το πρόβλημα παραμένει — проблема остаётся / сохраняется

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραμένω
εσύ
παραμένεις
αυτός
παραμένει
εμείς
παραμένουμε
εσείς
παραμένετε
αυτοί
παραμένουν
Аорист
εγώ
παρέμεινα
εσύ
παρέμεινες
αυτός
παρέμεινε
εμείς
παραμείναμε
εσείς
παραμείνατε
αυτοί
παρέμειναν
Будущее
εγώ
θα παραμείνω
εσύ
θα παραμείνεις
αυτός
θα παραμείνει
εμείς
θα παραμείνουμε
εσείς
θα παραμείνετε
αυτοί
θα παραμείνουν

Примеры

Θα παραμείνω εδώ για μερικές μέρες.
Я останусь здесь на несколько дней. · I will stay here for a few days.
Η κατάσταση παραμένει δύσκολη.
Ситуация остаётся сложной. · The situation remains difficult.
Παρέμεινε στην πόλη και δεν έφυγε.
Он остался в городе и не уехал. · He stayed in the city and did not leave.
Παραμένοντας ήσυχος, άκουσε όλα τα λόγια.
Оставаясь спокойным, он слушал все слова. · Remaining calm, he listened to every word.