παραλογισμός
[paraloʝiˈzmos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
софизм, паралогизм (ошибочное рассуждение, выглядящее логичным)
paralogism, fallacious reasoning that appears logical · λογική που περιέχει σφάλμα — логика с ошибкой
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο παραλογισμός
вин.
τον παραλογισμό
род.
του παραλογισμού
зват.
παραλογισμέ
Мн. ч.
им.
οι παραλογισμοί
вин.
τους παραλογισμούς
род.
των παραλογισμών
зват.
παραλογισμοί
Примеры
Ο ομιλητής έκανε έναν σαφή παραλογισμό στο επιχείρημά του.
Оратор допустил явный паралогизм в своем аргументе. · The speaker made an obvious paralogism in his argument.
Αυτοί οι παραλογισμοί είναι κοινοί στη φιλοσοφική συζήτηση.
Такие паралогизмы часто встречаются в философских дискуссиях. · Such paralogisms are common in philosophical debate.
Η ανάλυση του συγγραφέα αποκάλυψε τον παραλογισμό της θέσης.
Анализ автора выявил паралогизм в этом положении. · The author's analysis exposed the paralogism underlying the thesis.