παραλείπω
[paraˈlipo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
пропускать, опускать (при изложении)
to omit, to skip, to leave out · παραλείπω μια λέξη — пропускаю слово
2
неправомерно не делать, упускать (обязанность, возможность)
to fail to do, to neglect · παραλείπω να πω κάτι — забываю сказать что-то важное
Грамматика
Настоящее время
εγώ
παραλείπω
εσύ
παραλείπεις
αυτός
παραλείπει
εμείς
παραλείπουμε
εσείς
παραλείπετε
αυτοί
παραλείπουν
Аорист
εγώ
παρέλειψα
εσύ
παρέλειψες
αυτός
παρέλειψε
εμείς
παραλείψαμε
εσείς
παραλείψατε
αυτοί
παρέλειψαν
Будущее
εγώ
θα παραλείψω
εσύ
θα παραλείψεις
αυτός
θα παραλείψει
εμείς
θα παραλείψουμε
εσείς
θα παραλείψετε
αυτοί
θα παραλείψουν
Примеры
Ο συγγραφέας παράλειψε σημαντικές λεπτομέρειες.
Писатель опустил важные детали. · The author omitted important details.
Δεν θα παραλείψουμε ούτε μια μέρα.
Мы не пропустим ни один день. · We won't skip a single day.
Παρέλειψε να μας ενημερώσει για τα νέα.
Он упустил сказать нам о новостях. · He failed to inform us about the news.