Греческий словарь
с грамматикой

παραλαμβάνω

[paralamˈvano]глаголB1

Значения

1
принимать, получать (что-то от кого-то)
to receive, to take over (something from someone) · παραλαμβάνω το δέμα — принимаю посылку
2
перенимать, заимствовать (идею, традицию)
to adopt, to take on (an idea, tradition) · παραλαμβάνω την παράδοση — перенимаю традицию
3
принимать (должность, ответственность)
to assume (a position, responsibility) · παραλαμβάνω τη διοίκηση — принимаю руководство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραλαμβάνω
εσύ
παραλαμβάνεις
αυτός
παραλαμβάνει
εμείς
παραλαμβάνουμε
εσείς
παραλαμβάνετε
αυτοί
παραλαμβάνουν
Аорист
εγώ
παρέλαβα
εσύ
παρέλαβες
αυτός
παρέλαβε
εμείς
παρελάβαμε
εσείς
παρελάβατε
αυτοί
παρέλαβαν
Будущее
εγώ
θα παραλάβω
εσύ
θα παραλάβεις
αυτός
θα παραλάβει
εμείς
θα παραλάβουμε
εσείς
θα παραλάβετε
αυτοί
θα παραλάβουν

Примеры

Παράλαβα το δέμα από τον ταχυμεταφορέα χθες.
Я получил посылку от курьера вчера. · I received the package from the courier yesterday.
Ο νέος διευθυντής παραλαμβάνει τα καθήκοντά του αύριο.
Новый директор принимает свои обязанности завтра. · The new director assumes his duties tomorrow.
Παρελάβαμε τις ιδέες τους με ενθουσιασμό.
Мы с энтузиазмом восприняли их идеи. · We enthusiastically adopted their ideas.
Θα παραλάβεις το έγγραφο στην υπηρεσία;
Ты получишь документ в офисе? · Will you pick up the document at the office?