Греческий словарь
с грамматикой

παρακολουθώ

[parakolouˈθo]глаголB1

Значения

1
следить за кем-либо/чем-либо, наблюдать
to follow, to watch, to keep track of · παρακολουθώ τις ειδήσεις — следить за новостями
2
посещать (лекции, курс и т.д.)
to attend (lectures, course, etc.) · παρακολουθώ μαθήματα — посещать занятия
3
понимать ход, смысл (рассказа, объяснения)
to follow, to understand (a story, explanation) · παρακολουθώ το επιχείρημα — понимаю аргумент

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρακολουθώ
εσύ
παρακολουθείς
αυτός
παρακολουθεί
εμείς
παρακολουθούμε
εσείς
παρακολουθείτε
αυτοί
παρακολουθούν
Аорист
εγώ
παρακολούθησα
εσύ
παρακολούθησες
αυτός
παρακολούθησε
εμείς
παρακολουθήσαμε
εσείς
παρακολουθήσατε
αυτοί
παρακολούθησαν
Будущее
εγώ
θα παρακολουθώ
εσύ
θα παρακολουθείς
αυτός
θα παρακολουθεί
εμείς
θα παρακολουθούμε
εσείς
θα παρακολουθείτε
αυτοί
θα παρακολουθούν

Примеры

Παρακολουθώ τα γεγονότα στις ειδήσεις κάθε βράδυ.
Я следу за событиями в новостях каждый вечер. · I follow the news events every evening.
Οι φοιτητές παρακολουθούν τις διαλέξεις με προσοχή.
Студенты внимательно посещают лекции. · The students attend the lectures attentively.
Δεν παρακολούθησα καλά το φιλμ χθες.
Вчера я плохо смотрел фильм. · I didn't follow the film well yesterday.
Θα παρακολουθούν τις εξελίξεις της υπόθεσης.
Они будут следить за развитием дела. · They will monitor the developments of the case.