Греческий словарь
с грамматикой

παρακάμπτω

[parakˈampto]глаголB1

Значения

1
обходить, объезжать (препятствие, город и т. д.)
to bypass, to go around, to circumvent · παρακάμπτω το εμπόδιο — обойти препятствие
2
уходить от, избегать (проблему, вопрос)
to evade, to dodge, to skirt (an issue) · παρακάμπτω το θέμα — уходить от темы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρακάμπτω
εσύ
παρακάμπτεις
αυτός
παρακάμπτει
εμείς
παρακάμπτουμε
εσείς
παρακάμπτετε
αυτοί
παρακάμπτουν
Аорист
εγώ
παρακάμφθηκα
εσύ
παρακάμφθηκες
αυτός
παρακάμφθηκε
εμείς
παρακάμφθηκαν
εσείς
παρακάμφθηκατε
αυτοί
παρακάμφθηκαν
Будущее
εγώ
θα παρακάμψω
εσύ
θα παρακάμψεις
αυτός
θα παρακάμψει
εμείς
θα παρακάμψουμε
εσείς
θα παρακάμψετε
αυτοί
θα παρακάμψουν

Примеры

Παρακάμπτουν τη δύσκολη ερώτηση με πολιτικές απαντήσεις.
Они обходят сложный вопрос политическими ответами. · They evade the difficult question with political answers.
Θα παρακάμψουμε τη κατεστραμμένη γέφυρα από έναν άλλο δρόμο.
Мы объедем разрушенный мост по другой дороге. · We'll go around the damaged bridge via another road.
Παράκαμψε τις νόμιμες διαδικασίες και προχώρησε μόνος του.
Он проигнорировал законные процедуры и действовал самостоятельно. · He bypassed the legal procedures and acted on his own.
Η εταιρεία παρακάμπτει τις περιβαλλοντικές κανονιστικές διατάξεις.
Компания обходит экологические нормативные акты. · The company circumvents environmental regulations.