Греческий словарь
с грамматикой

παραιτιέμαι

[paraˈitʲoˌme]глаголC1

Значения

1
отказываться, отрекаться (от должности, ответственности)
to resign, to renounce, to disclaim (responsibility or office) · παραιτείται από τη θέση του — отказывается от своей должности
2
просить извинения, умолять о прощении
to apologize, to beg pardon, to excuse oneself · παραιτιέται για την αργοπορία — просит прощения за опоздание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραιτιέμαι
εσύ
παραιτιέσαι
αυτός
παραιτιέται
εμείς
παραιτιόμαστε
εσείς
παραιτιέστε
αυτοί
παραιτιούνται
Аорист
εγώ
παραιτήθηκα
εσύ
παραιτήθηκες
αυτός
παραιτήθηκε
εμείς
παραιτηθήκαμε
εσείς
παραιτηθήκατε
αυτοί
παραιτήθηκαν
Будущее
εγώ
θα παραιτηθώ
εσύ
θα παραιτηθείς
αυτός
θα παραιτηθεί
εμείς
θα παραιτηθούμε
εσείς
θα παραιτηθείτε
αυτοί
θα παραιτηθούν

Примеры

Ο πρόεδρος παραιτήθηκε από την ηγεσία.
Президент отказался от руководства. · The president resigned from leadership.
Παραιτιέται για τα λάθη του.
Он просит прощения за свои ошибки. · He apologizes for his mistakes.
Θα παραιτηθώ από αυτή τη δουλειά.
Я откажусь от этой работы. · I will resign from this job.
Έχει παραιτηθεί για τη συμπεριφορά του.
Он извинился за своё поведение. · He has apologized for his conduct.