Греческий словарь
с грамматикой

παραείναι

[paɾaˈeni]глаголB1

Значения

1
быть рядом, присутствовать, находиться поблизости
to be present, to be nearby, to be at hand · Είναι παρών στη συνάντηση — Он присутствует на встречу
2
быть доступным, иметься в наличии
to be available, to be on hand · Παρείναι ένα προβλήμα — Есть проблема

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παρείμαι
εσύ
παρείσαι
αυτός
παρείναι
εμείς
παρείμαστε
εσείς
παρείστε
αυτοί
παρείναι
Аорист
εγώ
παρουσιάστηκα
εσύ
παρουσιάστηκες
αυτός
παρουσιάστηκε
εμείς
παρουσιαστήκαμε
εσείς
παρουσιαστήκατε
αυτοί
παρουσιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα παρείμαι
εσύ
θα παρείσαι
αυτός
θα παρείναι
εμείς
θα παρείμαστε
εσείς
θα παρείστε
αυτοί
θα παρείναι

Примеры

Παρείναι πολλές δυσκολίες στο έργο.
В проекте есть много сложностей. · There are many difficulties in the project.
Όλοι παρούσιαν στη συνάντηση χθες.
Все присутствовали на встречу вчера. · Everyone was present at the meeting yesterday.
Θα παρείναι ο δάσκαλος στο μάθημα;
Учитель будет на уроке? · Will the teacher be at the lesson?
Παρουσιάστηκαν νέες ευκαιρίες για την εταιρεία.
Появились новые возможности для компании. · New opportunities emerged for the company.