Греческий словарь
с грамматикой

παραδίνομαι

[paraˈðinome]глаголB1

Значения

1
сдаваться, капитулировать
surrender, capitulate · ο στρατός παραδίδεται — армия сдаётся
2
предаваться (чему-либо), отдаваться
give oneself over to, abandon oneself to · παραδίδεται στο αλκοόλ — он предаётся алкоголю
3
выдавать себя, обнаруживать себя
give oneself away, betray one's position · παραδόθηκε από το τρέμουλο της φωνής — выдал себя дрожанием голоса

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραδίνομαι
εσύ
παραδίνεσαι
αυτός
παραδίνεται
εμείς
παραδινόμαστε
εσείς
παραδίνεστε
αυτοί
παραδίνονται
Аорист
εγώ
παραδόθηκα
εσύ
παραδόθηκες
αυτός
παραδόθηκε
εμείς
παραδόθηκαν
εσείς
παραδόθηκαν
αυτοί
παραδόθηκαν
Будущее
εγώ
θα παραδοθώ
εσύ
θα παραδοθείς
αυτός
θα παραδοθεί
εμείς
θα παραδοθούμε
εσείς
θα παραδοθείτε
αυτοί
θα παραδοθούν

Примеры

Ο στρατός παραδόθηκε χωρίς αντίσταση.
Армия сдалась без сопротивления. · The army surrendered without resistance.
Παραδίνεται στη μουσική και την τέχνη.
Он посвящает себя музыке и искусству. · He devotes himself to music and art.
Θα παραδοθούν σε λίγες ώρες.
Они сдадутся через несколько часов. · They will surrender in a few hours.
Παραδόθηκαν στην αστυνομία χθες το πρωί.
Они сдались полиции вчера утром. · They gave themselves up to the police yesterday morning.