Греческий словарь
с грамматикой

παραδίδω

[paraˈðiðo]глаголB1

Значения

1
передавать, вручать
to hand over, to deliver, to pass on · παραδίδω το δέμα — передаю посылку
2
выдавать, предавать (кого-либо)
to betray, to give away, to inform on · παραδίδω τον φίλο — выдаю друга
3
преподавать, обучать
to teach, to instruct · παραδίδω μαθήματα — преподаю уроки
4
сдаваться, капитулировать
to surrender, to give up · παραδίδονται στον εχθρό — сдаются врагу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραδίδω
εσύ
παραδίδεις
αυτός
παραδίδει
εμείς
παραδίδουμε
εσείς
παραδίδετε
αυτοί
παραδίδουν
Аорист
εγώ
παρέδωσα
εσύ
παρέδωσες
αυτός
παρέδωσε
εμείς
παραδώσαμε
εσείς
παραδώσατε
αυτοί
παρέδωσαν
Будущее
εγώ
θα παραδώσω
εσύ
θα παραδώσεις
αυτός
θα παραδώσει
εμείς
θα παραδώσουμε
εσείς
θα παραδώσετε
αυτοί
θα παραδώσουν

Примеры

Παράδωσε το γράμμα στον δάσκαλο.
Он передал письмо учителю. · He handed the letter to the teacher.
Ο καθηγητής παραδίδει ιστορία στο σχολείο.
Профессор преподаёт историю в школе. · The professor teaches history at school.
Δεν θα παραδώσω τα μυστικά σου.
Я не выдам твои секреты. · I won't betray your secrets.
Οι στρατιώτες παραδόθηκαν χωρίς μάχη.
Солдаты сдались без боя. · The soldiers surrendered without a fight.