Греческий словарь
с грамматикой

παραδέχομαι

[paraˈðexome]глаголB1

Значения

1
признавать, допускать (истинность чего-л.)
to admit, to acknowledge, to accept (as true) · παραδέχομαι ότι έχω άδικο — я признаю, что я неправ
2
допускать, разрешать (позволять что-л.)
to tolerate, to allow, to put up with · δεν παραδέχεται αντιρρήσεις — он не терпит возражений
3
принимать, соглашаться (с предложением, мнением)
to accept, to consent to · παραδέχτηκε την πρόσκληση — он принял приглашение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
παραδέχομαι
εσύ
παραδέχεσαι
αυτός
παραδέχεται
εμείς
παραδεχόμαστε
εσείς
παραδέχεστε
αυτοί
παραδέχονται
Аорист
εγώ
παραδέχθηκα
εσύ
παραδέχθηκες
αυτός
παραδέχθηκε
εμείς
παραδεχθήκαμε
εσείς
παραδεχθήκατε
αυτοί
παραδέχθηκαν
Будущее
εγώ
θα παραδεχθώ
εσύ
θα παραδεχθείς
αυτός
θα παραδεχθεί
εμείς
θα παραδεχθούμε
εσείς
θα παραδεχθείτε
αυτοί
θα παραδεχθούν

Примеры

Παραδέχομαι ότι έκανα λάθος στους υπολογισμούς.
Я признаю, что допустил ошибку в расчётах. · I admit that I made a mistake in the calculations.
Δεν παραδέχεται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Он не признаёт проблемы, с которыми сталкивается. · He does not acknowledge the problems he is facing.
Παραδεχθήκαμε την πρόσκληση με χαρά.
Мы с удовольствием приняли приглашение. · We gladly accepted the invitation.
Η κοινωνία δεν παραδέχεται τέτοια συμπεριφορά.
Общество не терпит такого поведения. · Society does not tolerate such behavior.