παραγωγικότητα
[paraɣojiˈkotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
производительность, производственная способность
productivity, productive capacity · η παραγωγικότητα μιας εργοστασίου — производительность завода
2
плодородие, плодовитость
fertility, fecundity · η παραγωγικότητα του εδάφους — плодородие почвы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η παραγωγικότητα
вин.
την παραγωγικότητα
род.
της παραγωγικότητας
зват.
παραγωγικότητα
Мн. ч.
им.
οι παραγωγικότητες
вин.
τις παραγωγικότητες
род.
των παραγωγικοτήτων
зват.
παραγωγικότητες
Примеры
Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε σημαντικά.
Производительность труда значительно возросла. · Labour productivity increased significantly.
Οι νέες τεχνολογίες βελτιώνουν την παραγωγικότητα.
Новые технологии улучшают производительность. · New technologies improve productivity.
Η παραγωγικότητα του εδάφους εξαρτάται από το κλίμα.
Плодородие почвы зависит от климата. · Soil fertility depends on climate.